Ειρήνη Κατσούδα
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας ράφτης. Έμενε σε ένα χωριό που βρισκόταν στις όχθες μιας λίμνης. Μια μέρα καθώς έραβε χτύπησε η πόρτα. Ο ράφτης σηκώθηκε και όταν άνοιξε αντίκρισε έναν έμπορο. Αυτός του είπε ότι είχε πολύ ωραίο μέλι και τον ρώτησε αν ήθελε να αγοράσει. Ο ράφτης χάρηκε γιατί του άρεσε το μέλι και του είχε τελειώσει. Αγόρασε λοιπόν, ένα βαζάκι και κάθισε να συνεχίσει τη δουλειά του. Όλη την ώρα όμως, σκεφτόταν το βαζάκι με το μέλι. Ανυπομονούσε να φάει. Όταν τελικά ήρθε η στιγμή, έπεσε με τα μούτρα στο βάζο με αποτέλεσμα να γεμίσει μέλι τα ρούχα του, τα χέρια του μέχρι και τα γένια του. Κολλούσε ολόκληρος και έπρεπε να πάει στη λίμνη να πλυθεί. Όταν όμως βγήκε από το σπίτι, πάνω στη βιασύνη του δεν πρόσεξε το δεμάτι με τα άχυρα που ήταν στο δρομάκι και έπεσε πάνω του. Τώρα είχε γεμίσει άχυρα που είχαν κολλήσει πάνω στο μέλι και όλος έμοιαζε με ένα αχυρένιο μελομακάρονο. Έφτασε στη λίμνη, μπήκε μέσα και κατάφερε να ξεπλυθεί. Όταν όμως, πήγε στο σπίτι είδε ότι τα γένια του είχαν ακόμη πολύ μέλι. Ήταν σγουρά και μακριά και δεν μπορούσε να το βγάλει με τίποτα. Τότε νευριασμένος άρπαξε το ψαλίδι, πήγε μπροστά στον καθρέφτη και έκανε ένα χρατς και τα γένια έπεσαν στο πάτωμα. Εκείνη τη στιγμή, ο βασιλιάς των μυρμηγκιών μαζί με τους ακολούθους του περνούσε από έξω. Μόλις μύρισαν το μέλι έτρεξαν και άρχισαν να τρώνε. Ο ράφτης απελπισμένος περίμενε να τελειώσουν το φαγητό τους και μετά πήρε τη γενειάδα και την πέταξε στη λίμνη. Από τότε δεν ξαναέφαγε μέλι με τα χέρια παρά μόνο με το κουτάλι και πολύ πολύ προσεκτικά. Έτσι,. Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
ΤΕΛΟΣ