Νόπη Γραικούση
Στο πυκνό δάσος της ζούγκλας, μια όμορφη μέρα που τα σύννεφα ξεχάστηκαν πίσω από τα βουνά, γεννήθηκε ένα λιονταράκι. Ο Λεόνε. Άνοιξε τα ματάκια του στον ήλιο και χώθηκε στην αγκαλιά της μαμάς του. Εκεί στην ασφάλεια, μέσα στα χάδια και στα περήφανα γλειψίματα, καθότι μοναχογιός, άρχισε να μαθαίνει το περιβάλλον γύρω του. Λίγο η φύση του, λίγο τα χάδια, λίγο η θέση του στο ζωικό βασίλειο, ως μελλοντικός βασιλιάς, τριγυρνούσε και σκότωνε.
Σκότωνε έτσι, χωρίς λόγο. Πάταγε τα μυρμήγκια και τα σκαθάρια, γρατζούναγε τα ελεφαντάκια, δάγκωνε τις μικρές γαζέλες και όλα αυτά γελώντας. Μετά ανέβαινε σε μια μεγάλη πέτρα και βρυχιόταν. Βέβαια πιο πολύ νιαούριζε, αλλά δεν είχε καμιά σημασία.
Η κυρία Κουκουβάου, μια πελώρια γκρίζα κουκουβάγια με τεράστια μάτια, γνωστή σε όλους ως «μέγας γνώστης του ζωικού δικαίου και φύλακας των νόμων», παρακολουθούσε από ασφαλή θέση, το μεγάλωμα και την συμπεριφορά του μικρού Λεόνε, ο οποίος είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη του “αδυσώπητου φονιά”.
Οι κάτοικοι του βασιλείου ζούσαν σε κατάσταση ατέλειωτου φόβου. Η ζωή δίπλα σε έναν ανηλεή βασιλιά, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Έτσι, αποφάσισαν να μεταναστεύσουν.
Σιγά-σιγά το πυκνό δάσος άρχισε να ερημώνει. Ακόμα και τα μυρμήγκια σφάλισαν τις εισόδους στις φωλιές τους και επιδόθηκαν στο σκάψιμο ενός ατέλειωτου διαδρόμου που θα τους οδηγούσε στην ελευθερία. Οι σουρικάτες έριξαν γύρω μια τελευταία ματιά, βεβαιώθηκαν πως τα σύννεφα είχαν ξεχαστεί πίσω από τα βουνά, πήραν τα μωρά τους αγκαλιά και έφυγαν. Τελευταίος αλλά αποφασισμένος ένας κουρασμένος λεμούριος.
Ο βασιλιάς Λεόνε άργησε λίγο να καταλάβει την ερήμωση. Νόμιζε ότι κρύβονταν από φόβο.
Και στην αρχή γελούσε, Έστηνε μάταιο καρτέρι. Ώσπου κάποια μέρα αναρωτήθηκε δυνατά:
-”Μα, πού πήγαν όλοι;”
-”Έφυγαν και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν”, απάντησε η κυρία Κουκουβάου.
-”Έφυγαν; Και πού πήγαν χωρίς την άδειά μου; Με ποιο δικαίωμα με άφησαν μόνο, βασιλιά δίχως υπηκόους και το χειρότερο; Νη-στι-κό !!!
-”Έφυγαν, γιατί δεν άντεχαν άλλο τη χειρίστη άσκηση εξουσίας σου πάνω τους.”
-”Και αυτό είναι κακό; Γι’ αυτό είμαι ο βασιλιάς”
-”Και βέβαια είναι κακό. Έχεις παραβεί όλους τους νόμους. Σκοτώνεις χωρίς λόγο, έτσι για πλάκα.”
-”Και τι θα έπρεπε να κάνω; Να γίνω χορτοφάγος;”
-”Όχι βέβαια. Ο νόμος λέει ότι ο βασιλιάς και οι λοιποί παρατρεχάμενοι έχουν δικαίωμα να σκοτώνουν μόνο ένα ζώο για να τραφούν. Δεν αφήνουν πίσω τους πτώματα, όπως κάνεις εσύ. ”
-”Και τι πρέπει να κάνω;”
-Το καλό”
-”Τι είναι καλό; Δεν μου το έμαθε κανείς.”
-”Καλό είναι να μην υπερεκτιμάς την δύναμή σου. Να σέβεσαι τους υπηκόους σου που πεθαίνουν για σένα και για την βασιλική σου γενιά. Γιατί το καλό είναι το δίκαιο.”
Ο βασιλιάς Λεόνε απέμεινε σκεφτικός. Σωστά τα λέει η κυρία Κουκουβάου.
-”Άμα υποσχεθώ ότι θα σέβομαι τους νόμους θα γυρίσουν πίσω;”
-”Θα τους πείσω εγώ.”
Το λιοντάρι μας πήρε μαζί του τις αρχαίες περγαμηνές για να μελετήσει το Δίκαιο των Ζώντων. Τι είναι καλό και τι είναι κακό.
Από τότε, τα σύννεφα παρέμειναν ξεχασμένα πίσω από τα βουνά, και οι μέρες ήταν πάντα όμορφες.
ΤΕΛΟΣ
Πολύ ωραίο με μηνύματα σεβασμού για τη ζωή!
Πολύ όμορφο και διδακτικό παραμύθι!!
Πολύ ωραίο παραμύθι!
Πολύ ωραίο παραμύθι!