«Το μαγικό μολύβι»

Μαίρη Κολοβού

Ένα πρωινό, το δάσος κατακλύστηκε από πολύ κόσμο. «Ήρθαν οι ξυλοκόποι», φώναζαν τα ζώα, τα πουλιά και τα πανέμορφα λουλούδια. Τα δέντρα ήταν σαστισμένα. «Ποιος ξέρεις ποιους από εμάς θα ρίξουν πάλι σήμερα. Αλίμονο, σήμερα κάποιοι θα χαθούν για πάντα», είπαν τα δέντρα.

«Αλίμονο, κάποιοι σήμερα θα χάσουν τις φωλιές τους», φώναξαν τα ζώα και τα πουλιά.

Οι ξυλοκόποι λοιπόν, κοίταξαν τα δέντρα πολύ καλά και μετά μαρκάρισαν κάποια με κόκκινο χρώμα για να κοπούν.

«Από εδώ να ξεκινήσετε, αυτό είναι τελείως άχρηστο», φώναξε ένας απ’ όλους.

Το δέντρο σάστισε, στεναχωρήθηκε και ένοιωσε να κοκκινίζει ολόκληρο. «Ακούς εκεί;» Φώναξε δυνατά. «Εγώ τελείως άχρηστο;»

Δεν πρόλαβε να πει πολλά κι ένοιωσε τους πρώτους πόνους στο κορμί του. Και σε λίγο κείτονταν κάτω.

Άρχισαν να το δένουν με σκοινιά και να το σέρνουν μέχρι τα αυτοκίνητα.

Εκεί όμως ανάμεσα στο πεσμένο δέντρο, κάποιος μικρός θόρυβος ακούστηκε, κάτι αναδεύτηκε και ξεπετάχτηκε ολόρθο.

Ένα κομματάκι από ολόκληρο δέντρο, σηκώθηκε ψηλά και φώναξε με όλη του τη δύναμη….

«Είμαι ένα μολύβι! Από ολόκληρο το δέντρο εγώ έζησα κι έγινε μολύβι.»

Τρελαμένο το μολύβι άρχισε να τρέχει από δω κι από κει και να ζωγραφίζει παντού. Πάνω στα φύλλα των λουλουδιών, πάνω στα άλλα δέντρα παντού. Και ξαφνικά άκουσε μια φωνή.

«Μολύβι, μολύβι., εδώ είμαι. Είμαι ένα χαρτί…έλα να παίξουμε μαζί. Να ζωγραφίζεις πάνω σε μένα.»

Κι έτσι κι έγινε. Το μολύβι και το χαρτί έπαιζαν ώρες ολόκληρες φτιάχνοντας ζωγραφιές από δέντρα. Όμως το χαρτί κάποια στιγμή βαρέθηκε και είπε στο μολύβι. «Έλα ας μην κάνουμε άλλες ζωγραφιές, καιρός είναι να κάνουμε κάτι πολύ σπουδαίο.»

«Σαν τι;» Ρώτησε το μολύβι.

«Τι θα μπορούσες να ζωγραφίσεις; Κάτι διαφορετικό…»

Και το μολύβι αφού σκέφτηκε πολύ ώρα, ξαφνικά πήρε μια λάμψη και ζωγράφισε ένα στέμμα βασιλικό.

«ΩΩΩΩΩ», φώναξαν όλοι όσοι το είδαν….»είναι τέλειο! Αλλά δεν θα ήταν καλύτερα να έχει πραγματικά διαμάντια και ζαφείρια και ρουμπίνια; Έλεγαν. Έτσι θα έμοιαζε πιο μεγαλοπρεπές.»

Κάθισαν και σκέφτονταν το μολύβι και το χαρτί. «Τι να κάνουμε; Τι να κάνουμε;»

Εκεί που είχαν πελαγώσει, βλέπουν να περνάνε κάτω από τα πόδια τους κάτι μυρμήγκια κουβαλώντας στη πλάτη τους κάτι μεγάλα πετράδια.

Αααα, πού τα βρήκαν αυτά; Και ρώτησαν τα μυρμήγκια. «Πού βρήκατε αυτά τα όμορφα πετράδια;»

«Πετράδια; Ποια πετράδια; Εδώ πιο πέρα είναι ένα χωράφι που έχουν σπείρει φασόλια και ρεβίθια. Πάμε βάζουμε ένα φασόλι ή ένα ρεβίθι στη πλάτη μας και το πάμε στη φωλιά μας.»

Το μολύβι παρακάλεσαν τα πουλιά να τους φέρουν μερικά φασόλι και ρεβίθια. Κι έτσι κι έγινε!

Έβαλαν τα φασόλια για ρουμπίνια και τα ρεβίθια για διαμάντια πάνω στο στέμμα και θαύμασαν το έργο τους.

Όλα τα πουλιά, όλα τα ζωάκια κι όλα τα λουλούδια που πέρναγαν ή έβλεπαν το στέμμα με τα πετράδια φώναζαν…. «ΩΩΩΩ τι μεγαλόπρεπο στέμμα!»

ΤΕΛΟΣ

Subscribe
Notify of
1 Σχόλιο
Ευγενία
27 days ago

Όμορφο παραμύθι!!

1
0
Θα ήθελα τις σκέψεις σας, παρακαλώ σχολιάστε.x
()
x