«Ένα λουλούδι γεμάτο ποιήματα»

Κατερίνα Μιχαηλίδου

Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν μικρό κήπο στην άκρη ενός παλιού χωριού, ζούσε ένας ηλικιωμένος ποιητής. Το σπίτι του ήταν απλό, με πέτρινους τοίχους και μια κληματαριά που έριχνε τη δροσερή της σκιά πάνω στο παράθυρο όπου καθόταν κάθε απόγευμα και έγραφε. Οι άνθρωποι του χωριού έλεγαν πως τα ποιήματά του είχαν κάτι μαγικό, και έμοιαζαν να ψιθύριζαν ιστορίες που κανείς άλλος δεν μπορούσε να ακούσει.

Ένα πρωινό της άνοιξης, καθώς ο ποιητής φρόντιζε τον κήπο του, βρήκε κάτι παράξενο στο χώμα. Ήταν ένας μικροσκοπικός, λαμπερός σπόρος, που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον που είχε δει ποτέ. Τον πήρε προσεκτικά στα χέρια του.

«Ποιος να σε έφερε εδώ;» ψιθύρισε.

Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, άνοιξε μια μικρή λακκούβα και φύτεψε τον σπόρο στη γη. Τον πότισε και κάθισε δίπλα του.

Τότε συνέβη κάτι απρόσμενο.

Από τη σκιά της κληματαριάς ξεπρόβαλε ένα μικρό ξωτικό με πράσινα μαλλιά και ναζιάρικα μάτια

«Σε περίμενα», είπε το ξωτικό.

Ο ποιητής ξαφνιάστηκε, «Με περίμενες;» ρώτησε.

«Ναι», απάντησε το ξωτικό. «Μόνο ένας ποιητής θα φύτευε έναν άγνωστο σπόρο χωρίς να φοβηθεί.»

Ο ποιητής χαμογέλασε.

«Και τι θα γίνει τώρα;»

Το ξωτικό κάθισε πάνω σε μια πέτρα και έδειξε τον σπόρο που είχε μόλις φυτευτεί.

«Σε εφτά ημέρες θα φυτρώσει κάτι που κανένας δεν έχει ξαναδεί.»

Ο ποιητής γέλασε και είπε:

«Τότε θα περιμένω.»

Την πρώτη μέρα, τίποτα δεν άλλαξε.

Τη δεύτερη, ένα μικρό πράσινο φυλλαράκι ξεπρόβαλε από το χώμα.

Την τρίτη μέρα, το φυτό είχε ήδη μεγαλώσει όσο μια παλάμη.

Την τέταρτη μέρα, τα φύλλα του άρχισαν να φωτίζονται το βράδυ.

Την πέμπτη μέρα, τα παιδιά του χωριού που έρχονταν να το δουν διέδωσαν  πως είναι μαγικό.

Την έκτη μέρα, το φυτό έγινε μικρό δέντρο.

Την έβδομη μέρα  άνοιξε ένα παράξενο λουλούδι. Πάνω σε κάθε πέταλο υπήρχαν μικρά φωτεινά γράμματα που κινούνταν και σχημάτιζαν στίχους

Ο ποιητής πλησίασε και είδε ότι ήταν ποιήματα, για τον άνεμο, για τη θάλασσα, για τους ανθρώπους που γελούν και για όσους ονειρεύονται.

«Ένα δέντρο ποιημάτων», ψιθύρισε ο ποιητής.

Το ξωτικό χαμογέλασε από τη σκιά.

«Κάθε σπόρος έχει μέσα του μια ιστορία. Αλλά μόνο λίγοι άνθρωποι θα τον φύτευαν με αγάπη.

Από εκείνη τη μέρα, ο κήπος του ποιητή έγινε το πιο παράξενο μέρος του χωριού. Οι άνθρωποι έρχονταν να καθίσουν κάτω από τη σκιά του δέντρου και να διαβάσουν τα φωτεινά ποιήματα στα πέταλα.

Και κάθε φορά που έπεφτε ένα πέταλο στο χώμα, γινόταν ένας νέος σπόρος.

Ο ποιητής τους φύτευε όλους προσεκτικά.

Το ξωτικό εμφανιζόταν πότε πότε, πάντα από κάποια σκιά, και γελούσε.

Κι έτσι, σιγά σιγά, ο μικρός κήπος γέμισε δέντρα που άνθιζαν ιστορίες.

Και λένε πως όποιος καθόταν  εκεί αρκετή ώρα, μπορούσε να ακούσει τα φύλλα να ψιθυρίζουν ποιήματα στον άνεμο.

ΤΕΛΟΣ

Subscribe
Notify of
2 Σχόλιο
Μαρία Πουλαντεράκη
1 month ago

Υπέροχη ιστορία με ιδιαίτερη φαντασία!!!

Ευγενία
27 days ago

Καταπληκτικό και αριστοτεχνικά ευφάνταστο!!!

2
0
Θα ήθελα τις σκέψεις σας, παρακαλώ σχολιάστε.x
()
x