Νόπη Γραικούση
Νιώθω την πρωινή αύρα να πλησιάζει. Η πάχνη σηκώνεται σιωπηλά κι ανεβαίνει πάνω από το γρασίδι, πάνω από τα αγριολούλουδα, ακουμπά τα πρώτα κλαδιά των δένδρων. Το φως χαράζει με ακρίβεια τις κορυφογραμμές. Σε λίγο θα βγει ο ήλιος ο παντοκράτορας. Κι εγώ; Εγώ θα χαθώ.
Δεν άκουσα την φωνή της λογικής που μου έλεγε να μείνω εκεί στην μεγάλη αγκαλιά της μαμάς, προστατευμένη μέσα στο πυκνό φύλλωμα του δένδρου. Ήθελα να δω λίγο πιο πέρα, λίγο πιο κάτω και γιατί όχι και λίγο πιο ψηλά. Ήταν τόσο κακό; Μάλλον ήταν γιατί τώρα τρέμω.
Όταν μίλησα για τα «θέλω» μου μου αντιγύρισαν τα «πρέπει». Όταν ρώτησα «γιατί» μου είπαν «Απαγορεύεται». Όλα είναι άδικα. Η ζωή μου κρέμεται από το φως. Ίσως προλαβαίνω να κοιτάξω τα λουλούδια ν’ ανοίγουν τα χρωματιστά κεφαλάκια τους, Ίσως προλάβω ν’ ακούσω το λάλημα του κότσυφα.
Ωχ! Το φύλλο γέρνει. Γλιστράω. Πρέπει να κρατηθώ. Πώς όμως; Διαλύομαι, έτσι απλά.
Μα, είναι απίστευτο, φανταστικό! Όλες οι κορυφογραμμές έγιναν ροζ. Τι υπέροχο χρώμα! Να κι ένα αστέρι που τρεμοσβήνει.
Γλιστράω. Θα πέσω. Κοίτα, κοίτα γρήγορα γύρω σου μικρή ανόητη. Ρούφηξε τις όμορφες εικόνες πριν ποτίσεις το χορτάρι με την μηδαμινή υδάτινη υπόστασή σου. Ήλιε μου, μη βγεις ακόμα. Καθυστέρησε λίγο. Το ξέρω το τέλος μου και το αποδέχομαι. Δεν πρόλαβα να ζήσω πρέπει να το παραδεχτώ. Ήχοι από παντού, ζουζουνίσματα. Σουρσίματα. Η ζωή ξεκινά, το φως απλώνεται κι εγώ λιώνω, δεν προλαβαίνω να νιώσω τίποτα. Χάνομαι στο φως που με σκοτώνει.
ΤΕΛΟΣ