Δείπνο φαντασμάτων

Μαρία Πουλαντεράκη

Η σπαρακτική φωνή της λευκής κουκουβάγιας που καθόταν ανήσυχη στα κάγκελα της ξεχαρβαλωμένης πόρτας αντήχησε ξανά και ξανά καθώς μεταφερόταν από την ηχώ του γειτονικού δάσους. Σαν κλάμα, σαν κάλεσμα, σαν δυσοίωνη προειδοποίηση κανείς δεν θα ήξερε να πει. Ακόμη και τα αγρίμια ακούγοντάς την λούφαζαν και έτρεχαν να κρυφτούν στις φωλιές τους. Όλα, εκτός από έναν γκρίζο λύκο που κάθε φορά που ακουγόταν το εφιαλτικό κρώξιμο, ανεβασμένος στο ψηλότερο βράχο με το κεφάλι σηκωμένο ψηλά να αναμετριέται με το ασημένιο φεγγάρι, έστελνε το πιο ανατριχιαστικό αλύχτισμά του σαν απάντηση.

Και μετά, έπαιρνε το δρόμο για το μονοπάτι που οδηγούσε στην παλιά σκουριασμένη πόρτα κι από εκεί στον τεράστιο ερημωμένο κήπο που αγκάλιαζε με τα θεριεμένα φυτά του, όμοια με σκελετωμένα χέρια, το παλιό, πέτρινο στοιχειωμένο σπίτι.

Κανείς δεν θυμόταν πια πότε ήταν η τελευταία φορά που κατοικήθηκε. Μόνο ιστορίες τρομακτικές ακολουθούσαν κάθε αναφορά σε αυτό. Σκοτωμοί, εξαφανίσεις, φωνές, ήχοι από αλυσίδες και χτυπήματα, παράξενες μορφές, έφτιαχναν τις αφηγήσεις που πάγωναν το αίμα όσων τις άκουγαν αλλά και όσων τις διηγούνταν. Κανείς δεν πλησίαζε εκεί, κανείς δεν ήθελε να ανακαλύψει αν όσα λέγονταν ήταν αλήθειες ή απλώς μυθεύματα με ισχυρές δόσεις νοσηρής φαντασίας.

Εκείνο το βράδυ η πυκνή ομίχλη έχοντας σφιχταγκαλιάσει τον κήπο και το σπίτι έμπαινε ακάλεστη από τα σπασμένα παράθυρα και κατακαθόταν στα ερειπωμένα δωμάτια με τα παλιά έπιπλα, τα ξεφτισμένα χαλιά, τις σχισμένες κουρτίνες, τους ραγισμένους καθρέφτες, όλα απομεινάρια των παλιών ενοίκων. Το φως του φεγγαριού διασκορπιζόταν μέσα της δίνοντας ένα ακόμη πιο απόκοσμο ύφος με μια αλλόκοτη θαμπάδα.

Ο λύκος στάθηκε μπροστά στη σπασμένη ντουλάπα και ούρλιαξε. Τυλιγμένες  στο  γαλακτερό φως, μέσα από τα μισοκρεμασμένα από τους σκουριασμένους μεντεσέδες φύλλα της, μια μια άρχισαν να ξεπροβάλλουν μορφές. Μορφές θαμπές,  σιωπηλές, με μάτια σαν κάρβουνα αναμμένα, ωχρές, ντυμένες με ρούχα αλλοτινών εποχών.

  Η λευκή κουκουβάγια τώρα είχε καθίσει στην σπασμένη κορνίζα του μεγάλου καθρέφτη στο χώρο που παλιότερα υπήρχε η τραπεζαρία του σπιτιού. Τώρα το κρώξιμό της επαναλαμβανόταν κατά διαστήματα. Ένα, δύο, τρία…δώδεκα. Όπως το μεγάλο ρολόι πάνω στο παλιό μπουφέ θα μετρούσε τις ώρες, κάποτε, πριν χρόνια.

  Ξαφνικά η ομίχλη αποτραβήχτηκε και φάνηκε ένα βαρύ, ξύλινο, σκαλιστό τραπέζι με παλιές μισοφαγωμένες βελούδινες καρέκλες. Πάνω του υπήρχαν ασημένια σερβίτσια, ποτήρια κρυστάλλινα γεμάτα κόκκινο σαν αίμα κρασί και ασημένια κηροπήγια με μαύρα κεριά που οι φλόγες τους ανέδυαν παγωνιά αντί για θέρμη. Μια μουσική απόκοσμη γέμισε την ατμόσφαιρα. Ήχοι από πλήκτρα πιάνου που χτυπούσαν δυνατά, δαιμονισμένα. Στη μέση του τραπεζιού μια διάφανη σουπιέρα περιείχε ένα και μοναδικό αντικείμενο. Ένα κατακόκκινο, μισοφαγωμένο μήλο που σε αντίθεση με την κατάσταση του σπιτιού και του περιεχομένου του, έμοιαζε φρέσκο σαν να είχε μόλις κοπεί από το δέντρο του.

  Οι μορφές σιγά σιγά, τελετουργικά κάθισαν γύρω από το τραπέζι. Σιωπή επικρατούσε μόνο ο ήχος του πιάνου ακουγόταν, εκκωφαντικός, θυμωμένος.

Οι μορφές σήκωσαν τα ποτήρια και τα έφεραν στα χείλη τους. Το ρουμπινένιο υγρό κύλησε στους διάφανους λαιμούς και η διαδρομή του διαγράφηκε ολοκάθαρα σαν αίμα που κυλάει μέσα από ανοιχτή φλέβα. Το φάντασμα που καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού και είχε τη μορφή άντρα ηλικιωμένου, άρχοντα μαθημένου να προστάζει και να διαφεντεύει, σηκώθηκε, πήρε το μισοφαγωμένο μήλο και το προσέφερε στη γυναικεία μορφή που καθόταν στο αντικρινό άκρο του τραπεζιού,  μιας νεαρή, όμορφη γυναίκα, πλούσια ντυμένη, στολισμένη με βαρύτιμα χρυσαφικά.

Εκείνη το πήρε χαμογελαστή, το έφερε στο στόμα της και μετά τις πρώτες δαγκωματιές έπεσε πάνω στο τραπέζι άπνοη. Τότε, ένας γεροδεμένος, όμορφος νέος άντρας πετάχτηκε από τη θέση του, έβγαλε από τη θήκη της ζώνης του ένα μαχαίρι και όρμησε στο ηλικιωμένο άρχοντα βυθίζοντάς το στην καρδιά του. Εκείνος έπεσε, ενώ την ίδια στιγμή και ο νέος έπεφτε χτυπημένος από το μαχαίρι ενός άλλου συνδαιτημόνα. Η σύρραξη γενικεύτηκε. Τώρα οι μισές μορφές πολεμούσαν σώμα με σώμα με τι άλλες μισές. Μέχρι που έπεσαν όλες νεκρές γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Το αίμα, ποτάμι ολόκληρο, έβαψε τα πλακάκια και το λευκό κεντητό τραπεζομάντηλο. Η μουσική μετά από ένα δαιμονικό, δραματικό κρεσέντο σιώπησε κι αυτή. Το μισοφαγωμένο μήλο, συρρικνώθηκε και άρχισε να σήπεται. Η φλούδα του έγινε καφετί, γέμισε ζάρες και ίχνη μούχλας έβαψαν τη σάρκα του.

Ο γκρίζος λύκος στάθηκε στο κατώφλι και ούρλιαξε, ενώ η λευκή κουκουβάγια πέταξε προς τον κήπο. Η πυκνή ομίχλη άρχισε να κερδίζει ξανά το χώρο της σκεπάζοντας το δωμάτιο μέχρι επάνω. Οι φλόγες των κεριών έσβησαν. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική.

Ανάμεσα από το θαμπό φως του φεγγαριού και την υγρή ομίχλη οι μορφές με αργά βήματα βγήκαν από το δωμάτιο και κατευθύνθηκαν στην σπασμένη ντουλάπα. Εκεί διάβηκαν μία μία την είσοδο για τον άλλο κόσμο, εκεί όπου θα έμεναν μέχρι την επόμενη φορά που θα καλούνταν να αναπαραστήσουν το φονικό δείπνο που είχε σαν κατάληξη ένας μεγάλος, απαγορευμένος και καταραμένος έρωτας. Ο έρωτας της μικροπαντρεμένης Ιόλης και του ιππότη Αρμάνδου.

Οι θρύλοι έλεγαν πολλά. Μα ο επικρατέστερος έλεγε ότι η λευκή κουκουβάγια ήταν η γκουβερνάντα της νεαρής που από τον πόνο της όταν δεν κατάφερε να προστατέψει την αγαπημένη της κυρά, έγινε πουλί και κάθε φορά που γίνεται η σύναξη των φαντασμάτων καλεί απελπισμένα σε βοήθεια τον μοναδικό αφοσιωμένο στην Ιόλη ιππότη, τον ιππότη του πατέρα της που πολεμούσε μακριά την εποχή που συνέβη το κακό. Κι εκείνος με τη μορφή του λύκου πάντα επιστρέφει για να γίνει ξανά και ξανά θεατής του αιματοκυλισμένου δείπνου.

ΤΕΛΟΣ

Subscribe
Notify of
0 Σχόλιο
0
Θα ήθελα τις σκέψεις σας, παρακαλώ σχολιάστε.x
()
x