Ο άνθρωπος και η πεταλούδα

Νόπη Γραικούση

Μια φορά κι έναν καιρό στη μέση ενός καταπράσινου λιβαδιού είχε την καλύβα του ο κυρ-Μάνθος. Άνθρωπος βαριοδουλεμένος, κουρασμένος από τις αδικίες του κόσμου, χωρίς οικογένεια, ζούσε μόνος στο καλύβι του μέσα στην ησυχία και τη γαλήνη της φύσης.

Ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό ο κυρ-Μάνθος άνοιξε το παράθυρο να μπει ο ήλιο και να φωτίσει την μέρα του. Κάθισε να πιει το καφεδάκι του χαζεύοντας τον χορό μιας πολύχρωμης πεταλούδας. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό σταυρό, την μοναδική του ανάμνηση από την μητέρα του. Το άφησε στο τραπέζι και πήγε να πάρει τα χρειαζούμενα εργαλεία για τις δουλειές του.

Ο ήλιος άγγιξε το σταυρουδάκι κι εκείνο έλαμψε σαν καινούριο. Μια καρακάξα, το είδε, της γυάλισε, το άρπαξε, κι έγινε καπνός!

Ο βοριάς έκλεισε με δύναμη τα παντζούρια και ο κυρ-Μάνθος έτρεξε να κλείσει το παράθυρο. Θυμήθηκε το σταυρό και πήγε να τον πάρει. Ωωωω! Μα τι έγινε; Κατάλαβε και κοιτώντας το παράθυρο μονολόγησε:

«Αχ κύριε βοριά, δεν μπορούσες να φυσήξεις λίγο νωρίτερα; Σίγουρα το βούτηξε καρακάξα».

Ο κυρ-Μάνθος περίμενε μέχρι ο βοριάς κουρασμένος από τα φου και φου πήγαινε για ύπνο. Κι έτσι έγινε. Αλλά και ο ήλιος ετοιμαζόταν να ξαπλώσει. Ο κυρ-Μάνθος πήρε το φανάρι του και ξεκίνησε να ψάξει μπας και το βρει. Καθώς περπατούσε πρόσεξε μια πεταλούδα που καθισμένη σε ένα φύλλο, προσπαθούσε να ανασάνει.

«Έτρεχε πολύ και λαχάνιασε», μονολόγησε
   «Σωστά. Έτρεχα γιατί μια καρακάξα με είχε πάρει στο κυνήγι. Και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί, αφού ήδη στο στόμα της κρατούσε έκα λάφυρο»
  «Που πήγε, είδες; Αυτό που κρατούσε είναι δικό μου. Μου το έκλεψε.» 
    «Η αλήθεια είναι πως από τον φόβο μου κοίταζα να δω που θα κρυφτώ. Αλλά περίμενε κάτι έχω στο νου μου.»

Η πεταλούδα άρχισε να κουνά τις κεραίες της. Τις κουνούσε ρυθμικά. Μάλλον έστελνε κάποιο μήνυμα. Έτσι ήταν γιατί σε λίγο από όλες τις κατευθύνσεις άρχισαν να καταφθάνουν πεταλούδες με πολύχρωμα φτερά.

«Ωωωω! Μα τι υπέροχη εικόνα» μονολόγησε ο κυρ-Μάνθος. Μέσα στην απέραντη σιωπή της μοναξιάς του δεν είχε καταλάβει πως έλεγε τις σκέψεις του μεγαλόφωνα.

Το πολύχρωμο σμήνος προσγειώθηκε χαμηλότερα από το ύψος που καθόταν η πεταλούδα μας. Αυτή άρχισε να κινεί τις κεραίες της, τα φτερά της με μαεστρία. Οι πεταλούδες άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν αν και το σούρουπο απλωνόταν σιγά-σιγά.

«Είμαι η βασίλισσά τους. Κατάλαβα πως αυτό που σου έκλεψε η καρακάξα ήταν κάτι πολύ σημαντικό για σένα. Αποφάσισα να σε βοηθήσω, Γι΄αυτό έδωσα παράκληση, επιθυμία αλλά και διαταγή να βρουν που μένει.»

Ο κυρ-Μάνθος σάστισε. Μέσα στην ομίχλη της ζωής του κατάλαβε την σημασία της συντροφιάς, της αλληλοβοήθειας, της ενσυναίσθησης. Δάκρυσε.

Σε λίγο μερικές πορτοκαλοκόκκινες πεταλούδες προσγειώθηκαν. «Την βρήκαμε. Την βρήκαμε. Είναι κάτω από την μισογκρεμισμένη σκεπή του παλιού νερόμυλου.»

Ο κυρ-Μάνθος τις ευχαρίστησε. Έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να τις αγκαλιάσει. Μάταιο. Κατέβασε τα χέρια του, χαμογέλασε, ευχαρίστησε και κίνησε για τον παλιό νερόμυλο με το κεφάλι σκυφτό και το φανάρι αναμένο.

Η νύχτα άρχισε να περπατά στο αστροκεντημένο χαλί της. Ο παλιός νερόμυλος έστεκε κι αυτός μονάχος, πάνω στα ερείπια μιας βαριοδουλεμένης ζωής χωρίς αγάπη. Το φως του φαναριού ξάφνιασε την καρακάξα που πέταξε ξαφνιασμένη, δίνοντας στον κυρ-Μάνθο τον χρόνο του να πάρει πίσω αυτό που του ανήκε, χωρίς πόλεμο.

Η επόμενη μέρα που ξημέρωσε ήταν εξ ίσου ηλιόλουστη, μα κουβαλούσε και μια απόφαση, Ο κυρ-Μάνθος αποφάσισε να κατέβει στο χωριό, να ξαναβρεί τους παλιούς φίλους και να ζωντανέψει τις αναμνήσεις του. Kαλές ή κακές, δεν είχε σημασία.

ΤΕΛΟΣ

Subscribe
Notify of
0 Σχόλιο
0
Θα ήθελα τις σκέψεις σας, παρακαλώ σχολιάστε.x
()
x