Ευγενία Παντελοπούλου
Θολωμένος μετά την νέα ειδοποίηση που είχε πάρει από την Τράπεζα το μυαλό του έτρεχε… Έπρεπε πάση θυσία αυτή τη φορά, να μπορέσει να πληρώσει, έστω λίγο από το χρέος του δανείου για το σπίτι, που συνεχώς αυξανόταν. Μετά την σοβαρή περιπέτεια της γυναίκας του με την υγεία της, είχαν εξανεμιστεί και τα τελευταία ευρώ που είχαν στην άκρη. Ευτυχώς, είχε βγει ζωντανή από τη φοβερή δοκιμασία.
Μια δυνατή αστραπή τον τράβηξε προς στιγμή από τις σκέψεις του. Σήκωσε ασυνείδητα το κεφάλι του προς τον ουρανό. Η εκκωφαντική βροντή που ακολούθησε τον έκανε να περάσει ασυναίσθητα την χοντρή κουκούλα του μπουφάν του στο κεφάλι.
Με κουρασμένα βήματα προχώρησε για να φτάσει στο πάρκινγκ που είχε αφήσει το αυτοκίνητο. Οι χοντρές στάλες ήδη έπεφταν με ορμή και σχημάτιζαν τα πρώτα βιαστικά ρυάκια στις άκρες των δρόμων. Ήταν πολύ αργά και μέσα στο πάρκινγκ είχαν πια απομείνει λίγα αυτοκίνητα.
-Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να είμαι τώρα ήσυχος στο σπίτι μου, όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος σκέφτηκε μελαγχολικά.
Κατευθύνθηκε προς την πόρτα του συνοδηγού για να αφήσει το σακίδιο του κι ένιωσε να πατάει σε κάτι χοντρό. Το κλώτσησε ενστικτωδώς ρίχνοντας του μια γρήγορη και κάπως αδιάφορη ματιά. Μέσα στο μισοσκόταδο ξεχώρισε ένα πορτοφόλι.
Έριξε μια ματιά γύρω του. Δεν υπήρχε ψυχή εκείνη την ώρα. Το αυτοκίνητο του ήταν το τελευταίο στη σειρά δίπλα στον τοίχο. Γιατί να πέρασε κάποιος από εκεί, τόσο άκρη; Και πώς δεν κατάλαβε ότι του έπεσε το πορτοφόλι; Αναρωτήθηκε. Αργά και προσεκτικά έσκυψε και το έπιασε στα χέρια του.
Ενστικτωδώς το κράτησε κάτω από το μπουφάν του και μπήκε στη θέση του οδηγού. Το άφησε δίπλα του και χωρίς καθυστέρηση έβαλε μπρος και ξεκίνησε. Φτάνοντας στο φυλάκιο το έπιασε ξανά στο χέρι του. Το φυλάκιο ήταν εντελώς άδειο. Φύλακας δεν φαινόταν πουθενά γύρω. Προσπέρασε και συνέχισε. Θα το παρέδιδε την άλλη μέρα στον φύλακα ή μπορεί στην αστυνομία, σκέφτηκε.
Έξω η βροχή συνεχιζόταν αμείωτη. Ξαναβυθίστηκε στις μαύρες σκέψεις που τον τριβέλιζαν και το ξέχασε τελείως. Μέσα σε αυτή την καταιγίδα βροχής, σκέψεων και ανησυχίας που τον κατέκλυζαν, δυσκολεύτηκε αρκετά να φτάσει στο σπίτι του. Στα τζάμια του αυτοκινήτου κυλούσαν ποταμοί νερού και δεν υπήρχε καμία οπτική επαφή με το έξω. Έπρεπε να περιμένει μέχρι να μειωθεί λίγο η βροχή για να βγει από το αυτοκίνητο. Έγειρε λίγο πίσω στο κάθισμα του και τότε….θυμήθηκε πάλι το πορτοφόλι.
Εντελώς σίγουρος ότι δεν θα υπήρχε κάτι το πολύ αξιόλογο το άνοιξε. Τράβηξε από μέσα τα χαρτονομίσματα που υπήρχαν μέσα και αμέσως ένιωσε ότι δεν ήταν και λίγα. Όταν τα έφερε προς το λιγοστό φως που ερχόταν από την κολώνα του δρόμου δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ναι ήταν 15 χαρτονομίσματα!! Των 100 ευρώ! !! Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τέτοια χαρτονομίσματα. Είχε σαστίσει.
Ξανάνοιξε το πορτοφόλι να δει μήπως υπήρχαν και άλλα. Σε μια θήκη του βρήκε και μια ταυτότητα. Τη σήκωσε πάλι προς το φως. Ένα συνηθισμένο όνομα και ένα συνηθισμένο επώνυμο. Επάγγελμα: Επιχειρηματίας. Διεύθυνση σε ένα όμορφο προάστιο που ήξερε ότι μόνο βίλλες υπάρχουν.
Ένα φως κάπου στο βάθος του μυαλού του ξαφνικά άναψε. 1500 ευρώ! Ακριβώς οι 3 τελευταίες δόσεις του δανείου που δεν έχουν πληρωθεί.
-Που αν τις πλήρωνα θα μπορούσα να πάρω μια ανάσα, επιτέλους. Να μπούμε κάπως σε μια σειρά. Να μην με κυνηγάνε όλα τα χρέη μαζί, σκέφτηκε. Πώς μπορεί να έχει κάποιος τόσα πολλά χρήματα στο πορτοφόλι του; Και να μην πρόσεξε το πορτοφόλι του;
Εκείνος, εάν είχε ποτέ τόσα χρήματα στο πορτοφόλι του δεν θα το άφηνε ούτε δευτερόλεπτο από την προσοχή του. Αλλά έτσι κι αλλιώς εκείνος ποτέ δεν είχε, ούτε θα είχε τόσα χρήματα στο δικό του πορτοφόλι.
-Μήπως είχε κι αυτός ο ταλαίπωρος στο μυαλό του μαύρες σκέψεις και έννοιες πολλές όπως και εκείνος και πάνω στη βιασύνη και την αγωνία του να τις ξεμπερδέψει δεν κατάλαβε ότι του έπεσε; Και καλά δεν γύρισε αμέσως να το αναζητήσει; Δεν σκέφτηκε ότι του έπεσε εκεί;
-Μήπως όμως είναι κάποιος που αυτό το ποσό δεν είναι και τίποτα σημαντικό γιατί έχει τον τρόπο του…..; Ναι, βέβαια. Μπορεί να είναι κάποιος τέτοιος. Γιατί όχι; Στην περιοχή που μένει δεν υπάρχουνε ούτε παλιά σπίτια, ούτε παλιά αυτοκίνητα, ούτε κόσμος που παίρνει το λεωφορείο για να πάει στη δουλειά του.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει. Από τα τζάμια του αυτοκινήτου του έβλεπε πια το δρόμο και την αυλόπορτα του σπιτιού του. Όλα είχαν ησυχάσει. Εκείνος όμως…..!
Ανέβηκε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος του όσο πιο ήσυχα μπορούσε. Δεν ήθελε να ξυπνήσει ούτε η γυναίκα ούτε τα παιδιά του. Ήθελε να μείνει ακόμα μόνος του. Είχε να πάρει μια σοβαρή απόφαση. Έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει με το πορτοφόλι και τα χρήματα. Άφησε τα πράγματα του στο χωλ και προχώρησε στην τραπεζαρία.
Περπατούσε ώρα πολλή πέρα δώθε πέρα δώθε. Φυσούσε και ξεφυσούσε συνεχώς. Έπιανε το κεφάλι του με τα δύο χέρια ξανά και ξανά. Μέχρι που έδωσε και μερικά μικρά χαστούκια στον εαυτό του. Στο στήθος του η καρδιά του δεν έπαυε να χτυπάει δυνατά.
Μα ν’ αφήσει μια τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη; Δεν μπορεί να έγινε τυχαία αυτό που έγινε. Όχι, αποκλείεται. Κάποια καλή νεράιδα είχε αποφασίσει να τον βοηθήσει. Και ίσως να δοκιμάσει κάποιον άλλον. Μήπως κι εκείνος δεν είχε δοκιμαστεί τόσο καιρό Πόσο καιρό είναι που τα οικονομικά τους δεν λένε να συνέλθουν. Πόσο καιρό δεν κοιμάται τα βράδια και τον τρώνε οι έννοιες.
Σιγά σιγά, άρχισε να νιώθει ότι, από πάνω του στροβιλιζόταν τώρα ένα γαϊτανάκι άλλων λέξεων: ηθική, ανθρωπιά, τιμιότητα, αξιοπρέπεια, σωστός άνθρωπος, ο πλησίον, φτωχοί αλλά τίμιοι γονείς, ανάγκη, δοκιμασία, δίλημμα, αρχές, ερινύες,….Έμεινε να κοιτάζει σαν χαμένος.
Άνοιξε το σακίδιο του και πήρε το σημειωματάριο του. Έσκισε μια λευκή σελίδα και έπιασε το στυλό του. Πήρε στα χέρια του πάλι την ταυτότητα που ήταν μέσα στο πορτοφόλι και την ξανακοίταξε.
Άρχισε να γράφει και να μιλάει σε αυτόν τον άγνωστο που σημάδεψε τη μέρα και τη ζωή του. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του, αλλά δεν σταματούσε…Μετά από ώρα, σήκωσε το κεφάλι του και το βλέμμα του έπεσε απέναντι στον καθρέπτη. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει. Το πρόσωπο του ήταν πια ήρεμο και σίγουρο.
Κράτησε τη σελίδα στα χέρια του και άρχισε να διαβάζει:
«Αγαπητέ ….,
Σήμερα η ζωή, μου χάρισε κάτι πολύ σπουδαίο……δεν θα σε ξεχάσω ποτέ……»
ΤΕΛΟΣ